Η Σάρλοτ Μπροντέ (Charlotte Brontë, 1816–1855) ήταν Αγγλίδα συγγραφέας και η μεγαλύτερη από τις θρυλικές Αδελφές Μπροντέ. Γεννήθηκε το 1816 ως το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Μετά τον θάνατο της μητέρας τους, η θεία τους ανέλαβε την ανατροφή των παιδιών.
Το 1824 φοίτησε, μαζί με τις αδελφές της, σε εκκλησιαστικό σχολείο, όπου οι άσχημες συνθήκες επιδείνωσαν την υγεία της και οδήγησαν στον θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδελφών της από φυματίωση — ένα τραυματικό γεγονός που άφησε βαθιά σημάδια στη ζωή και στο έργο της.
Συνέχισε τις σπουδές της και εργάστηκε ως δασκάλα, ενώ την περίοδο 1839–1841 δούλεψε ως οικονόμος σε διάφορες οικογένειες. Το 1842, μαζί με την αδελφή της Έμιλι, πήγε στις Βρυξέλλες για να εργαστεί σε οικοτροφείο, εμπειρία που επηρέασε δυναμικά τη συγγραφική της πορεία.
Το 1854 παντρεύτηκε τον εφημέριο Άρθουρ Μπελ Νίκολς, όμως πέθανε τον επόμενο χρόνο, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, σε ηλικία μόλις 38 ετών.
Στην πορεία της έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα, με το «Τζέιν Έιρ» (Jane Eyre, 1847) να αποτελεί το πιο διάσημο και σημαντικό έργο της. Το μυθιστόρημα ξεχωρίζει για τον βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα της ηρωίδας, την κοινωνική κριτική και τη ρομαντική αλλά ώριμη προσέγγιση των θεμάτων της αγάπης, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας — στοιχεία που καθιστούν τη Μπροντέ μία από τις σημαντικότερες μορφές της αγγλικής λογοτεχνίας.